Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ | ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΟΜΠΟΛΗΣ - ΜΙΑ ΦΙΛΙΑ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΙΣΤΟΡΙΑ

Από το Οθώνειο στο Εθνικό Πανεπιστήμιο

Το Πρώτο Πανεπιστήμιο της Ανατολικής Μεσογείου

Ήδη από τα πρώτα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης, εκπονήθηκαν πολλά σχέδια για τη συγκρότηση τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στο υπό σύσταση Ελληνικό Κράτος. Κατά την περίοδο διακυβέρνησης του Ιωάννη Καποδίστρια, οι προσπάθειες για την ίδρυση πανεπιστημίου σχεδόν εγκαταλείφθηκαν, καθώς ο Κυβερνήτης και το περιβάλλον του είχαν εκπονήσει ένα εκπαιδευτικό σχέδιο που στόχευε στην ανάπτυξη της στοιχειώδους και τεχνικής παιδείας.

Έχοντας διαφορετική άποψη επί του θέματος, οι αντιβασιλείς του Όθωνα (1832-1862) συνέταξαν πρόγραμμα δημιουργίας τριών διαδοχικών εκπαιδευτικών βαθμίδων, κατά τα γερμανικά πρότυπα. Το 1836, κατά την πολύμηνη απουσία του Όθωνα στη Βαυαρία, ο Ιωσήφ Λουδοβίκος φον Άρμανσπεργκ (1787-1853) εξέδωσε διάταγμα σύστασης και κανονισμό λειτουργίας πανεπιστημίου. Ωστόσο, η πράξη δεν επικυρώθηκε από τον βασιλιά.

Στις 24 Απριλίου 1837, με το 16ο φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος, δημοσιοποιήθηκαν τα νέα διατάγματα περὶ συστάσεως πανεπιστημίου και περὶ προσωρινοῦ κανονισμοῦ τοῦ συστηθησομένου πανεπιστημίου. Αν και ο κανονισμός αυτός χαρακτηρίστηκε προσωρινός, έμελλε να ρυθμίσει τη λειτουργία του ιδρύματος για περίπου ογδόντα χρόνια, έως το 1911, οπότε και ιδρύθηκε το δεύτερο Πανεπιστήμιο της χώρας, το Καποδιστριακό.

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του διατάγματος, το Πανεπιστήμιον του Όθωνος το αποτελούσαν τέσσερεις Σχολές: ἡ τῆς θεολογίας, ἡ τῶν νομικῶν ἐπιστημῶν, ἡ τῆς ἰατρικῆς και ἡ τῆς φιλοσοφίας καὶ τῆς ἄλλης ἐγκυκλίου παιδείας. Μεταξύ δε των τριάντα τεσσάρων καθηγητών που στελέχωναν το εκπαιδευτικό προσωπικό του Πανεπιστημίου, περιλαμβάνονταν σημαίνουσες προσωπικότητες της πνευματικού χώρου της εποχής, όπως ο Νεόφυτος Δούκας (1760-1845), ο Γεώργιος Μαυροκορδάτος (1802-1858), ο Θεόκλητος Φαρμακίδης (1784-1860) και ο Ιωάννης Λεβαδεύς-Νικολαΐδης (1800-1871).

Στις 3 Μαΐου 1837, στην οικία του αρχιτέκτονα Σταμάτη Κλεάνθη (1802-1862), το Οθώνειο Πανεπιστήμιο ξεκίνησε επισήμως τη λειτουργία του με πενήντα δύο φοιτητές και εβδομήντα δύο τακτικούς ακροατές.
(Αιμίλιου Προσαλέντη, Τὸ πρῶτον Πανεπιστήμιον, π. 1896, λιθογραφία, Η Ελλάς κατά τους Ολυμπιακούς Αγώνας του 1896: Πανελλήνιον Εικονογραφημένον Λεύκωμα, Αθήνα 1896, σ. 184, Μουσείο Ιστορίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.)
(Jean (Louis-Julien) Jacottet - Joseph Lemercier, Αἱ Νέαι Ἀθῆναι: Τὸ Πανεπιστήμιον, 1860, επιχρωματισμένη λιθογραφία, Ιστορικό Αρχείο Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.)

Η Πανεπιστημιακή Ζωή

Παρά τις όποιες ανησυχίες για αποτυχία του εγχειρήματος, για επέκταση της επιρροής των Βαυαρών, ακόμα και για διάδοση της αθεΐας και των ανατρεπτικών κηρυγμάτων, η ίδρυση του Πανεπιστημίου προκάλεσε λαϊκό ενθουσιασμό και έγινε δεκτή με δημόσιες επευφημίες.


Σύμφωνα με τον κανονισμό λειτουργίας, ο κάθε καθηγητής ρύθμιζε όπως επιθυμούσε το πρόγραμμα των μαθημάτων του και τη διδακτική μέθοδο που θα ακολουθούσε. Ως εκ τούτου, κατά τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του Πανεπιστημίου, τα γνωστικά αντικείμενα που προσφέρονταν καθορίζονταν σε μεγάλο βαθμό από τις προτιμήσεις και την προσωπική διαδρομή των διδασκόντων.

Στο πλαίσιο της ακαδημαϊκής ελευθερίας, οι φοιτητές είχαν στο πρόγραμμά τους, εκτός από υποχρεωτικά, και επιλεγόμενα μαθήματα, ενώ διέθεταν το δικαίωμα να παρακολουθήσουν τα μαθήματα αυτά σε όποιο εξάμηνο επιθυμούσαν και με όποιον καθηγητή θεωρούσαν ότι τα παρέδιδε καλύτερα.

Μετά το πέρας των τριετών ή τετραετών σπουδών τους, οι φοιτητές μπορούσαν να δώσουν απολυτήριες ή διδακτορικές εξετάσεις. Στην πρώτη περίπτωση προβλεπόταν γραπτή και προφορική εξέταση, ενώ στη δεύτερη και κατάθεση ολιγοσέλιδης διδακτορικής διατριβής. Πρώτος διδάκτορας του Οθώνειου Πανεπιστημίου, το 1843, υπήρξε ο φοιτητής της Ιατρικής Σχολής και μετέπειτα γνωστός συγγραφέας Αναστάσιος Γούδας (1816-1882).

Το Πανεπιστήμιο δεν έμεινε ανεπηρέαστο από τις σαρωτικές πολιτικές εξελίξεις των μέσων του 19ου αιώνα. Οι εξεγέρσεις κατά του στέμματος οδήγησαν στην έξωση του βασιλιά και την ανάληψη της εξουσίας από Προσωρινή Κυβέρνηση, η οποία, με το διάταγμα της 20ης Οκτωβρίου 1862, αποφάσισε τη μετονομασία του Οθώνειου Πανεπιστημίου σε Εθνικόν, ὡς ἴδρυμα κοινὸν ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους.

Τα στελέχη του Πανεπιστημίου που είχαν συνδεθεί με το οθωνικό περιβάλλον απομακρύνθηκαν και οι διωγμένοι, λόγω της αντιδυναστικής τους δράσης, καθηγητές επανήλθαν. Τα σύμβολα του παλαιού καθεστώτος κατέρρευσαν. Ο βασιλικός θυρεός του Όθωνα καταργήθηκε από τις σφραγίδες και τα μετάλλια του Πανεπιστημίου και αντικαταστάθηκε από την αθηναϊκή γλαύκα, σύμβολο της θεάς της σοφίας.


Το Πανεπιστήμιο έκλεινε έναν πρώτο κύκλο ζωής για να μπει σε έναν επόμενο, κατά τον οποίον θα έπρεπε να ανταποκριθεί στις ιδιαίτερες προκλήσεις του 20ου αιώνα.

Έργα της Έκθεσης

Το Πρώτο Κτήριο του Πανεπιστημίου

Το πρώτο κτήριο που φιλοξένησε το Οθώνειο Πανεπιστήμιο, ήδη από την ίδρυσή του, ήταν η οικία των αρχιτεκτόνων και πολεοδόμων της Αθήνας Σταμάτη Κλεάνθη και Εδουάρδου Σάουμπερτ (1804-1860). Οι δύο συμφοιτητές και συνάδελφοι είχαν έρθει στην Ελλάδα το 1828, κατόπιν πρόσκλησης του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, και το 1831 εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα. Τότε, αγόρασαν το οίκημα αυτό από μία εύπορη Οθωμανή, το επισκεύασαν, το επέκτειναν και το αξιοποίησαν ως κατοικία και επαγγελματικό γραφείο.

Το 1837, ο Κλεάνθης, στον οποίον είχε περιέλθει η ιδιοκτησία, ξεκίνησε να νοικιάζει το κτίσμα στο ελληνικό δημόσιο, για τις ανάγκες διεξαγωγής των πανεπιστημιακών μαθημάτων. Αν και το οίκημα ήταν ένα από τα ελάχιστα ευρύχωρα της μικρής ακόμα Αθήνας, σύντομα φάνηκε ότι, παρά τις εργονομικές τροποποιήσεις, δεν ήταν κατάλληλο για να καλύψει τις ανάγκες ενός πανεπιστημίου. Δεδομένου αυτού του προβλήματος, η Πολιτεία και η Σύγκλητος ένωσαν τις δυνάμεις τους, σε μία προσπάθεια που οδήγησε στην οικοδόμηση του Κεντρικού Κτηρίου του Πανεπιστημίου, το 1841.

Από το 1987 στην οικία Κλεάνθη και Σάουμπερτ, ευρύτερα γνωστή ως «παλιό Πανεπιστήμιο», λειτουργεί το Μουσείο Ιστορίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

(Αγνώστου, Το Παλαιόν Πανεπιστήμιον, 1887, Το Άστυ, τ. 84, 26 Απριλίου 1887, σ. 4, Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων)
(Ιστορικό Αρχείο Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών)

Πρόγραμμα Εγκαινίων του Πανεπιστημίου

Το πρόγραμμα των εγκαινίων του Οθωνείου Πανεπιστημίου, την 3η Μαΐου 1837, καλούσε τους μαθητές όλων των σχολείων της Αθήνας να παραταχθούν στην οδό από την οποία θα περνούσε ο βασιλιάς Όθων με την ακολουθία του, κρατοῦντες εἰς τὰς χεῖρας των κλάδους ἑλαίας. Μετά την έλευση των εκπροσώπων του πολιτικού, του νομικού και του πνευματικού κόσμου της πρωτεύουσας, προβλεπόταν ο αγιασμός του χώρου από τον Επίσκοπο Αττικής Νεόφυτο Μεταξά (1762-1861), ορκωμοσία των καθηγητών και απαγγελία λόγων από τον Πρύτανη Κωνσταντίνο Δ. Σχινά (1801-1857) και τους Σχολάρχες της Θεολογικής Μισαήλ Αποστολίδη (1789-1862), της Νομικής Γεώργιο Α. Ράλλη (1804-1883), της Ιατρικής Αναστάσιο Λευκία-Γεωργιάδη (1773-1853) και της Φιλοσοφικής Νεόφυτο Βάμβα (1770-1855).

Πρόγραμμα Παραδόσεων

Το πρώτο πρόγραμμα μαθημάτων του Οθωνείου Πανεπιστημίου, κατά το χειμερινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1837-1838.

(Ιστορικό Αρχείο Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών)
(Ιστορικό Αρχείο Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών / Βασίλειου Σκόπα, [Καρούμπα] Κωνσταντίνος Δ. Σχινάς, 1866, ελαιογραφία, Κτήριο «Κωστής Παλαμάς», Δημήτρη Παυλόπουλου, Έλενας Κίττα, Άννας-Μαρίας Κάντα, Ελευθερίας Κέντρου, Ανδρέα Σαμπατάκου, Γεώργιου Μαστροθεόδωρου, Κωνσταντίνου Νικάκη, Η Συλλογή Προσωπογραφιών του Πανεπιστημίου Αθηνών, Αθήνα 2009, σ. 39)

Λόγος και Προσωπογραφία Πρώτου Πρύτανη Κωνσταντίνου Δ. Σχινά

Ο Κωνσταντίνος Δ. Σχινάς γεννήθηκε, από αριστοκράτες γονείς, στην Κωνσταντινούπολη. Εν μέσω της Ελληνικής Επανάστασης, σπούδασε νομικά στο Μόναχο και το Παρίσι. Η δυναμική του παρουσία στα ελληνικά πράγματα ξεκίνησε με την εκλογή ως Κυβερνήτη του Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος τον διόρισε στη Γραμματεία Εσωτερικών της Ελληνικής Πολιτείας. Την περίοδο της Αντιβασιλείας, ο Σχινάς διατέλεσε Υπουργός Δικαιοσύνης, θέση από την οποία διαδραμάτισε κομβικό ρόλο στη δίκη των Δημήτριου Πλαπούτα (1786-1864) και Θεόδωρου Κολοκοτρώνη (1770-1843), το 1834. Το 1837, με την ίδρυση του Οθώνειου Πανεπιστημίου, διορίστηκε πρώτος Πρύτανης. Το ίδιο έτος, ξεκίνησε να διδάσκει το μάθημα της Ιστορίας στη Φιλοσοφική Σχολή.

(Ιστορικό Αρχείο Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών)

Το Κεντρικό Κτήριο του Πανεπιστημίου

Ήδη από το 1837, ενώ το Οθώνειο Πανεπιστήμιο λειτουργούσε στην οικία Κλεάνθη και Σάουμπερτ, είχαν ξεκινήσει και οι εργασίες για τη δημιουργία του Κεντρικού Κτηρίου, σε σχέδια του Χανς Κρίστιαν Χάνσεν (1803-1883).

Τον Ιανουάριο του 1839, ο Πρύτανης Γεώργιος Α. Ράλλης συγκρότησε επιτροπή, με στόχο τη συγκέντρωση δωρεών, που θα επέτρεπαν την έναρξη των οικοδομικών εργασιών. Με την επιτροπή συνδέθηκαν δημοφιλείς φυσιογνωμίες του Αγώνα της Ανεξαρτησίας, όπως ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Γεώργιος Κουντουριώτης (1782-1858) και ο Νεόφυτος Βάμβας, των οποίων οι υπογραφές εντοπίζονται στην έκθεση του 1842.

Στις 2 Ιουλίου 1839, ο βασιλιάς Όθων έθεσε τον θεμέλιο λίθο του Πανεπιστημίου, στο πλαίσιο επίσημης τελετής, και οι εργασίες ξεκίνησαν. Το τέλος του 1840 βρήκε μόνο μία πτέρυγα του Πανεπιστημίου ολοκληρωμένη, αν και είχαν δαπανηθεί 160.000 δρχ., ποσό που αρχικά υπολογιζόταν ότι θα ήταν επαρκές για τη δημιουργία ολόκληρου σχεδόν του κτηρίου.

Τον Νοέμβριο του 1841, άρχισαν να γίνονται τα πρώτα μαθήματα στο Κεντρικό Κτήριο, χωρίς ωστόσο να έχουν τελειώσει οι εργασίες. Η κατασκευή της κύριας πτέρυγας (Προπύλαια) τελείωσε το 1843, υπό την επίβλεψη του Εδουάρδου Σάουμπερτ, ενώ το κτήριο ήταν πλήρως ολοκληρωμένο το 1851.

(Ιστορικό Αρχείο Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών)

Δημοσιοποίηση Συνδρομών και Δαπανών

Με την ολοκλήρωση της πρώτης πτέρυγας του Κεντρικού Κτηρίου του Οθωνείου Πανεπιστημίου, κυκλοφόρησε, απευθυνόμενο πρὸς τὸ Πανελλήνιον, παράρτημα της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, με σκοπό να δημοσιοποιήσει τα ονόματα των ατόμων που δώρισαν χρήματα για την αποπεράτωση του νέου κτηρίου, αλλά και τον τρόπο με τον οποίον τα ποσά αυτά αξιοποιήθηκαν.

Συνδρομητές και Ευεργέτες

Το Ελληνικό Κράτος απένειμε τιμητικό δίπλωμα και μετάλλιο στα άτομα που προσέφεραν χρήματα για την αποπεράτωση του Κεντρικού Κτηρίου του Οθωνείου Πανεπιστημίου. Ανάλογα με το μέγεθος του ποσού, οι δωρητές διακρίνονταν σε «ευεργέτες» ή απλούς «συνδρομητές».

(Ιστορικό Αρχείο Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών / Συλλογή Άρη Κατωπόδη)
(Μουσείο Ιστορίας Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών)

Φοιτητικό Μητρώο

Απόσπασμα μητρώου καταγραφής φοιτητικών στοιχείων κατά το ακαδημαϊκό έτος 1860-1861. Πρόκειται για το τελευταίο έτος πριν την επίσημη μετονομασία του ιδρύματος από Οθώνειο σε Εθνικό.

(Αιμίλιου Προσαλέντη, Ὁ νέος φοιτητής / Παλαιὸς φοιτητής, π. 1896, λιθογραφίες, Η Ελλάς κατά τους Ολυμπιακούς Αγώνας του 1896: Πανελλήνιον Εικονογραφημένον Λεύκωμα, Αθήνα 1896, σ. 200-201 / Μουσείο Ιστορίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών)

Φοιτητές του Εθνικού Πανεπιστημίου

Ο ζωγράφος Αιμίλιος Προσαλέντης (1859-1926) φαίνεται να είχε κάπως σατυρική διάθεση κατά τη σχεδιαστική απόδοση του τύπου του Έλληνα φοιτητή των μέσων του 19ου αιώνα. Ο λογοτέχνης και παιδαγωγός Αριστοτέλης Π. Κουρτίδης (1858-1928) είχε σχολιάσει σχετικά, τὴν ροπαλοφορίαν, τὴν θραῦσιν τῶν κεφαλῶν, τὰς ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις σκηνάς, ἀλλὰ καὶ τὸ αὔταρκες τῶν σπουδαζόντων καὶ τὴν πρὸς τὴν πενίαν καὶ τὰς στερήσεις ἡρωϊκὴν πολλάκις καρτερίαν ἔχουσι κοινὰ πρὸς τοὺς συγχρόνους οἱ πάλαι ἐν Ἀθήναις φοιτηταί. Χαρακτηριστική είναι η απεικόνιση των φοιτητών με το «απαραίτητο» μουστάκι, το πλατύγυρο καπέλο και τη μαγκούρα.

Για τις συνήθειες των Ελλήνων φοιτητών, ο Κουρτίδης σχολίασε σκωπτικά ότι ακόμα και η ίδρυση της Πανεπιστημιακής Λέσχης ἐν μέρει μόνον κατώρθωσε νὰ ἐξαγάγῃ τὸν φοιτητὴν ἐκ τῆς πνιγηρᾶς καὶ θολῆς ἀτμοσφαίρας τοῦ καφενείου ἐν ᾗ ροφᾶται ὁ ναργηλὲς καὶ παίζεται ἡ κοντσίνα.

Στη φωτογραφία, η οικία του καθηγητή της Χειρουργικής Παθολογίας και της Χειρουργικής Κλινικής στην Ιατρική Σχολή Σπυρίδωνος Α. Μαγγίνα (1839-1919), το 1923, στην οποία λειτουργούσε τότε η Πανεπιστημιακή Λέσχη.

(Σπυρίδωνος Προσαλέντη, Δημήτριος Γαλανός, π. 1871, ελαιογραφία, Μουσείο Ιστορίας Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών)

Προσωπογραφία Δημήτριου Γαλανού

Ο Δημήτριος Γαλανός (1760-1833) γεννήθηκε στην Αθήνα. Σε νεαρή ηλικία διδάχθηκε Φιλοσοφία, Ρητορική, Μουσική, Αρχαία Ελληνικά και Λατινικά από δύο σημαντικούς λόγιους του 18ου αιώνα, τον Παναγιώτη Παλαμά (1722-1802) στο Μεσολόγγι και τον Δανιήλ Κεραμέα (αρχές 18ου αιώνα-1800) στην Πάτμο. Μετά τις σπουδές του, και ενώ εργαζόταν ως δάσκαλος στην Κωνσταντινούπολη, του προτάθηκε να μεταβεί στην Ναραγιανγκάντζ του σημερινού Μπαγκλαντές για να διδάξει τα παιδιά της εκεί ελληνικής κοινότητας.

Μετά από ένα εξάμηνο ταξίδι και περνώντας από τη Μονή του Σινά, τη Βασόρα και την Καλκούτα, έφτασε στη Βεγγάλη, όπου και εγκαταστάθηκε. Εκεί, ο Γαλανός σταδιακά απομακρύνθηκε από το διδακτικό έργο και αφιέρωσε την υπόλοιπη ζωή του στη μελέτη της σανσκριτικής γλώσσας και των ιερών ινδουιστικών κειμένων.

Έφυγε από τη ζωή το 1833, πιθανότατα αφού νόσησε από χολέρα. Αν και δεν κατάφερε να επιστρέψει ποτέ στην Ελλάδα, κληροδότησε στο ελληνικό δημόσιο ένα σημαντικό ποσό για την ίδρυση πανεπιστημιακής βιβλιοθήκης, καθώς και το μοναδικό συγγραφικό του έργο, με μεταφράσεις σανσκριτικών κειμένων στα ελληνικά.

Η Πανεπιστημιακή Βιβλιοθήκη ξεκίνησε τη λειτουργία της το 1838, στεγαζόμενη στην οικία Κλεάνθη και Σάουμπερτ. Η Βιβλιοθήκη αυτή κατάφερε, ως το 1841, να συγκεντρώσει, χάρη σε αγορές και δωρεές, περισσότερους από 15.000 τόμους. Το επόμενο έτος, το 1842, η Πανεπιστημιακή Βιβλιοθήκη συνενώθηκε με τη Δημόσια, με την οποία και συστεγάστηκε στον πρώτο όροφο του Κεντρικού Κτηρίου του Πανεπιστημίου.

(Αριστείδη Οικονόμου, Διονύσιος Αιγινήτης, μετά το 1884, ελαιογραφία, Μουσείο Ιστορίας Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών / Εθνικόν και Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον Αθηνών: Εκατονταετηρίς 1837-1937, Αθήνα 1937, σ. 79)

Προσωπογραφία Διονύσιου Π. [Χατζή] Αιγινήτη

Ο Διονύσιος Π. Χατζής (1821-1884) γεννήθηκε το έτος που ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση στην Αίγινα, το νησί που στάθηκε αφορμή να αλλάξει το όνομά του σε «Αιγινήτης». Υπήρξε μαθητής του Νεόφυτου Δούκα (1760-1845) στην Αίγινα και του Γεώργιου Γεννάδιου (1786-1854) στην Αθήνα. Σπούδασε στην Ιατρική Σχολή του Οθώνειου Πανεπιστημίου και στη συνέχεια έκανε μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές στη Βιέννη και το Βερολίνο. Το 1849 διορίστηκε υφηγητής της Παθολογικής Ανατομίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Αθήνας, ενώ από το 1852 ως έκτακτος και από το 1863 ως τακτικός καθηγητής δίδαξε Ειδική Νοσολογία και Θεραπεία στην ίδια Σχολή.

Ο Αιγινήτης, γνωρίζοντας εκ των έσω τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε το Πανεπιστήμιο, κληροδότησε ένα σημαντικό μέρος της περιουσίας του για τη δημιουργία εγκαταστάσεων απαραίτητων για την κλινική διδασκαλία. Το Αιγινήτειο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο, που έφερε το όνομα του ευεργέτη, ξεκίνησε τη λειτουργία του το 1904, καλύπτοντας τις διδακτικές ανάγκες των τομέων της αντιμετώπισης νευρικών και ψυχιατρικών νοσημάτων. Το ίδρυμα παραμένει σημείο αναφοράς για την καλλιέργεια της νευροψυχιατρικής επιστήμης στην Ελλάδα.

(Νικηφόρου Λύτρα, Θεόδωρος Αρεταίος, π. 1893, ελαιογραφία, Μουσείο Ιστορίας Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών / Εθνικόν και Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον Αθηνών: Εκατονταετηρίς 1837-1937, Αθήνα 1937, σ. 79)

Προσωπογραφία Θεόδωρου [Κωνσταντινίδη] Αρεταίου

Ο Θεόδωρος Κωνσταντινίδης (1829-1893) γεννήθηκε στο Ναύπλιο, ενώ δίνονταν οι τελευταίες μάχες της Ελληνικής Επανάστασης. Το 1848 εισήχθη στην Ιατρική Σχολή του Οθώνειου Πανεπιστημίου και στη συνέχεια, χάρη σε βασιλική υποτροφία, εγκαταστάθηκε στο Βερολίνο, όπου ολοκλήρωσε τις σπουδές του. Το 1856, ο Κωνσταντινίδης άλλαξε το επώνυμό του σε «Αρεταίος», εις μνήμην του Αρεταίου του Καππαδόκη, του πρωτοπόρου ιατρού που άσκησε την επιστήμη του περί τον 1ο μ.Χ. αιώνα. Το 1863 διορίστηκε υφηγητής Εγχειριστικής και Επιδεσματολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Αθήνας, ενώ από το 1864, ως έκτακτος καθηγητής, δίδαξε Χειρουργία και από το 1870, ως τακτικός καθηγητής, Χειρουργική Κλινική.

Για τις διαρκώς αυξανόμενες χωρικές ανάγκες του Πανεπιστημίου, ο Αρεταίος κληροδότησε με τη διαθήκη του ένα μεγάλο χρηματικό ποσό, ώστε να δημιουργηθούν οι απαραίτητοι χώροι διδασκαλίας. Το Αρεταίειο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο, που έφερε το όνομα του ευεργέτη, αποπερατώθηκε το 1897 και αποτέλεσε έκτοτε κιβωτό των επιστημών της Χειρουργικής και της Παθολογίας στην Ελλάδα.

(Ιστορικό Αρχείο Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών / Εθνικόν και Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον Αθηνών: Εκατονταετηρίς 1837-1937, Αθήνα 1937, σ. 75 / Αγήνωρ Αστεριάδης, Λάβαρο των Τριών Ιεραρχών, 1955-56, ύφασμα με βάση έργο του Αγήνορος Αστεριάδη, Αίθουσα Τελετών Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Κεντρικό Κτήριο Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών / φωτ. Αρχείο Μουσείου Ιστορίας Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών)

Πανεπιστημιακά Μνημόσυνα

Το 1842, το Οθώνειο Πανεπιστήμιο καθιέρωσε την εορτή των Τριών Ιεραρχών, προστατών της παιδείας. Η 30η Ιανουαρίου, ημέρα κατά την οποία η ορθοδοξία τιμά τη μνήμη των τριών μεγάλων εκκλησιαστικών δασκάλων, εξελίχθηκε σε ημέρα μνήμης για τους ιδρυτές, καθηγητές και ευεργέτες του Πανεπιστημίου. Τα πανεπιστημιακά μνημόσυνα υπέρ αναπαύσεως των ατόμων που διαδραμάτισαν καίριο ρόλο στην εξέλιξη του ιδρύματος ήταν στενά συνδεδεμένα με τη θρησκεία. Κατά κανόνα περιελάμβαναν τέλεση επιμνημόσυνης δέησης στη Μητρόπολη Αθηνών, στην οποία χοροστατούσε ο εκάστοτε προκαθήμενος της Ελλαδικής Εκκλησίας, και απαγγελία πανηγυρικού λόγου από καθηγητή, συνήθως της Θεολογικής Σχολής. Το 1896, ο Πρύτανης, καθηγητής της Γενικής Ιστορίας στη Φιλοσοφική Σχολή Σπυρίδων Π. Λάμπρος (1851-1919) καθιέρωσε τη μετάβαση των συμμετεχόντων από τη Μητρόπολη, μετά την ολοκλήρωση του μνημόσυνου, στην Αίθουσα Τελετών του Κεντρικού Κτηρίου του Πανεπιστημίου για την απαγγελία του λόγου.

Η φωτογραφία αποδίδει στιγμιότυπο από τον πανηγυρισμό της εορτής των Τριών Ιεραρχών στην Αίθουσα Τελετών, το 1937. Καθήμενος στο μέσον, κάτω από το βήμα του ομιλητή, διακρίνεται ο εκατοστός Πρύτανης του Πανεπιστημίου, καθηγητής της Απολογητικής και Εγκυκλοπαίδειας της Θεολογίας στη Θεολογική Σχολή Γρηγόριος Παπαμιχαήλ (1875-1959).

Το 1955, επί πρυτανείας του καθηγητή της Εισαγωγής στην Παλαιά Διαθήκη και Ερμηνείας των Θ’ στη Θεολογική Σχολή Παναγιώτη Μπρατσιώτη (1889-1982), η Σύγκλητος αποφάσισε τη φιλοτέχνηση ενός λαβάρου, αφιερωμένου στους Τρεις Ιεράρχες. Τον σχεδιασμό ανέλαβε ο ζωγράφος και αγιογράφος Αγήνωρ Αστεριάδης (1898-1977), ενώ η διαδικασία κεντήματος πραγματοποιήθηκε στο Μόναχο. Σήμερα, το λάβαρο κοσμεί την Αίθουσα Τελετών του Κεντρικού Κτηρίου του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

(Το Άστυ, τ. 87, 18 Μαΐου 1887, λιθογραφίες, Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων)

Πεντηκονταετηρίδα του Πανεπιστημίου

Επετειακό τεύχος του περιοδικού Το Άστυ, αφιερωμένο στον εορτασμό της πεντηκονταετηρίδας από την Ίδρυση του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στις σελίδες του τεύχους φιλοξενούνταν άρθρα ιστορικού ενδιαφέροντος, καθώς και αρκετές προσωπογραφίες καθηγητών και ευεργετών του Πανεπιστημίου, σχεδιασμένες από τον ζωγράφο Οδυσσέα Φωκά (1857-1946).

ΠΙΣΩ